Γιάννης Ρίτσος: ποιητής εξ απαλών ονύχων -Νεανικά του κομμάτια που δεν περιλαμβάνονται σε καμιά συλλογή

Posted: 03/20/2014 in Uncategorized
Tags:

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης

“Δόξα σοι ο Θεός, ηύραμε και λίγη τρυφεράδα, και ποιητική διάθεση, έστω και απλή, όχι λαβυρινθώδη, ερεβώδη, αινιγματώδη ποεταστρώδη. Σφίγγομε το χέρι κ. Ριτ. Ζός. Τράβηξε αυτό το δρόμο και σιγά- σιγά θα φκιάσης και το ωραίο και τέλειο. Εγκρίνονται και δημοσιεύονται.”

Εικόνα

Δεν ήταν τα πρώτα έργα του που εγκρίνονταν και δημοσιεύονταν. Είχε προηγηθεί «Η Διάπλασις των Παίδων» όπου είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση μόλις στα 13 του χρόνια και μάλιστα με πεζό. Τώρα είναι 16 και γράφει ακατάπαυστα. Εγραφε από οκτώ ετών, όταν η μητέρα τού οδηγούσε, σχεδόν, το χέρι. Τα βράδια, με τη φωτιστική λάμπα, στα σπίτια όπου πέρασε τα μαθητικά του χρόνια, στα μικρά ξενοδοχεία και στα φτωχικά δωμάτια που στέγαζαν τα όνειρα δυο αγαπημένων αδελφιών, ορφανεμένων από μάνα. Κάποτε είχαν υπάρξει αρχοντόπουλα. Δεν ήταν πια. Προσπαθούσαν να επιζήσουν. Δούλευαν σκληρά. Εκείνη σπούδαζε στις ώρες που ξέκλεβε. Εκείνος μαθήτευε στην ποίηση, κάθε ελεύθερη στιγμή.

Υστερα αρρώστησε και απέκτησε πολύ χρόνο. Πήγε στη γενέτειρά του, στο ερημωμένο πατρικό του σπίτι, με τις βαριές σκιές των πεθαμένων (μητέρα και μεγάλος αδελφός) να στοιχειώνουν τις κάμαρες. Εμεινε σε ένα πανδοχείο και σύντομα, έχοντας ξοδέψει το πενιχρό διαθέσιμο ποσό, μεταφέρθηκε στο χαγιάτι του παλιού σπιτιού. Εκεί όπου είχε ζήσει παραμυθένια παιδικά χρόνια- όχι όμως χωρίς βαθιά θλίψη.

Εγραφε όπως ανέπνεε, όπως σκεφτόταν, όπως ζούσε. Μελετούσε και συνέθετε. Σύντομα σχημάτισε δύο ποιητικές συλλογές. Εκφράζοντας τον εαυτό του, μαχόμενος την αρρώστια, ανίατη για την εποχή (φυματίωση) αντιμετωπίζοντας την σκληρή πραγματικότητα. Είχε έρθει η ώρα να δημοσιεύσει τα πρώτα στιχουργήματα.

Είκοσι τέσσερις Απριλίου του 1927, ο Ηρακλής Αποστολίδης, γράφει τα λόγια της αρχής του κειμένου μας στο Φιλολογικό Παράρτημα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας. Ανήμερα των γενεθλίων του νεαρού ποιητή, την Πρωτομαγιά, το τεύχος 71- 72 φιλοξενεί τέσσερα ποιήματά του. Το τελευταίο φέρει την ένδειξη «Στο παληό μας σπίτι» και την υπογραφή «ΡΙΤ…ΣΑΣ». Ανήκουν στη μία από τις δύο νεανικές συλλογές του Γιάννη Ρίτσου, που εκείνος γράφει κατά τα έτη 1926 και 27. Η άλλη τιτλοφορείται «Δάκρυα και χαμόγελα»

«Παληά κιθάρα», «Πόσα παράπονα», «Στον κήπο», «Νοσταλγία» είναι οι τίτλοι των τεσσάρων ποιημάτων. Σκηνικό εγκατάλειψης, φθοράς, απωλειών, μια παλιά κιθάρα ραγισμένη στη γωνιά, τα λουλούδια του κήπου μαραμένα, το σπίτι «το πενταέρημο» είναι  τα στοιχεία που κυριαρχούν. Στο τέταρτο, μερικοί στίχοι των οποίων κάποιο απόηχο θα βρούμε χρόνια μετά στο «Εμβατήριο του Ωκεανού»:

«Τα κύματα τ’ ασίγηστα γι’ άκου τα πέρα εκεί,

πώς σπαν πάνω σε αγριόβραχα, στο μώλο τον πεσμένο,

τι βογγητά βαριά και τι θυμοί, τι σπαραγμοί,

κάποια κατάρτια τρέμουν στο λιμάνι τ’ αφρισμένο»

 Εικόνα

Υπερβολικός τόνος, λέξεις επίπλαστες ή εξεζητημένες. Κι ακόμα, δεν έχει κατακτήσει τον αψεγάδιαστο στίχο που δεν θα αργήσει να γίνει χαρακτηριστικό του. Ωστόσο, τα νεανικά του στιχουργήματα κλείνουν μέσα τους λαμπερές ποιητικές σταγόνες. Ο έμπειρος Ηρακλής Αποστολίδης το διέγνωσε αμέσως. Σύντομα θα αρχίσει να κάνει παραχωρήσεις προς αυτόν τον παράφορο ποιητή, που γράφει, γράφει πολύ- όπως σήμερα ξέρουμε, ασταμάτητα. Ο Αποστολίδης δεν μπορούσε να το ξέρει τότε.

Σαφώς πιο ενδιαφέροντα είναι και τα δύο ποιήματα που δημοσιεύονται στο ακριβώς επόμενο τεύχος, της 8ης Μαΐου. «Πώς κλαιν…» και «Φτωχούλα γειτονιά» και πάλι με την ένδειξη «Στο παληό μας σπίτι», με υπογραφή «ΡΙΤ…ΣΟΣ» και «ΡΙΤ-ΣΟΣ» αυτή τη φορά. Ακόμη δεν έχει αποφασίσει να βγει ως ποιητής στα φόρα, εγκαταλείποντας τη σκιά της ψευδωνυμίας. Ισως η απόφασή του δεν σχετίζεται- ή δεν σχετίζεται τόσο- με την εκτίμησή του για τις ποιητικές του δυνατότητες, αλλά περισσότερο με το βαρύ οικογενειακό όνομα και με τον δισταγμό του τι θα γίνει αν το μάθει ο πατέρας του, με τον οποίο ποτέ δεν είχε καλή σχέση.

Ωρα όμως να πάρουμε μια γεύση της γραφής του. Ας δούμε το ποίημα «Πώς κλαιν…»

Πώς κλαιν, πώς σε ζητούν, πώς σε προσμένουνε..

όλα που μάθανε τα χάδια του χεριού σου,

ταγαπημένα σου όλα μικροπράγματα,

πόσο πονούν με την ψυχούλα του χαδιού σου!…

 

Τι σπαραγμός στην  άδεια τη φωλίτσα μας!…

ο σιωπηλός μας ο καθρέφτης, που βαθειά του

θαμπή αποζή κ’ η ωμορφιά σου σαν εικόνισμα,

κι’ ήταν η αγάπη μας, το γέλοιο μας: χαρά του…

 

Τώρα στη σκιά της νύχτας ονειρεύεται:

…στον ώμο μου, κάποιο σγουρό, μικρό κεφάλι

να το χρυσώση η λάμπα κι όπως δάκρυσα

δάκρυσε του καθρέφτη λες το αχνό κρουστάλλι…

 

(έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του πρωτοτύπου, χωρίς το πολυτονικό. Στον τελευταίο στίχο, αντί «αχνό» έχει τυπωθεί «αχτό»)

Μια βδομάδα μετά ο Αποστολίδης τον επαινεί από τη στήλη του για το ποίημα «Φτωχούλα γειτονιά», τον ενθαρρύνει να συνεχίσει να γράφει και του συνιστά να βγει «στα φόρα». Μόλις ύστερα από 15 μέρες, δημοσιεύονται ακόμα δύο ποιήματα, με τίτλους «Θάσουνα η Ανοιξις» και «Στο  ερμάρι». Εξακολουθεί να υπογράφει με ψευδώνυμο, εξακολουθεί να γράφει. Πολύ. Ο αυτοπροσδιορισμός του στα τέλη του βίου του («και γράφω, γράφω, ο πολυγράφος, ο ακόρεστος») έχει απόλυτη εφαρμογή από τα πρώτα του σκιρτήματα στην τέχνη. Ο Αποστολίδης τον συμβουλεύει: «Μη γράφεις πολλά! Τη γνωρίζομε αυτή τη μανία που μας πιάνει∙ είναι ακράτητη∙ αλλά μας ζημιώνει». Από τα δύο που δημοσιεύει, ο αρχισυντάκτης ξεχωρίζει το «Θάσουνα η Ανοιξις» που τη θεωρεί σύνθεση «αφελεστάτη, δροσερή, σαν το νερό που τρέχει μόνο του». Ιδού:

«Στη σιωπηλή την ερημιά κατάλευκες

οι μυγδαλιές: χαρά όλο φως, λουλούδια,

σκιές αλαφρές, δροσιές, αυροχαϊδέματα,

τρελλά τραγούδια…

Κ’ ήρθες εσύ γλυκειά μεσ’ απ’ τα λούλουδα…

έφεγγε η αντηλιά στο πρόσωπό σου,

το γέλοιο των πουλιών μεσ’ στο χαρούμενο

χαμόγελό σου.

Ηρθες  μεσ’ από τάνθια- ω πώς σε πρόσμενα!…

κι’ ένα τρελλό πουλί έγινε η καρδιά μου

και μια τρελλή χαρά παιδιού μου χάρισες

εσύ γλυκειά μου!

Κι’ ως σε θυμάμαι μεσ’ στο φως, στα λούλουδα,

με τη βαθιά χαρά γραφτή στα χείλη,

θάσουνα-λέω- η Ανοιξις η ίδια που έπαιζε

με μένα τον Απρίλη…

 Εικόνα

Στις 5 Ιουνίου του 1927 το «παράρτημα» φιλοξενεί ακόμα δύο ποιήματα, με τίτλους «Σ’ είχα γνωρίσει πια» και «Ω το γλυκό» χωρίς ένδειξη σε ποια συλλογή ανήκαν.  Στις 14 Ιουλίου, δημοσιεύεται η «Ανατριχίλα» κάτω από την οποία αναφέρεται κάποιος υποτυπώδης χρόνος συγγραφής: Φθινόπωρο 1926. Ηταν μόλις είχε επιστρέψει στην Αθήνα από τη Μονεμβασία, όπου έμενε, όπως είπαμε, στο χαγιάτι του πατρικού σπιτιού. Είχε μεταβεί εκεί μετά από αιμοπτύσεις και στην αδερφή του Λούλα έγραφε και μηνούσε πως όλα ήταν καλά. Ως προς τη δημιουργία του, ήταν. Εφερε μαζί του τις δύο ποιητικές συλλογές που προαναφέραμε. Αν αναλογιστούμε το εξαιρετικά νεαρό της ηλικίας του, μπορούμε να συμπεράνουμε πως ο Ρίτσος ήταν ταγμένος της ποίησης από τα πρώτα βήματά του.

Χωρίς καμιά ένδειξη είναι το ποίημα «Μεσ’ στα λουλούδια» που βλέπει το φως της δημοσιότητας στις 31 Ιουλίου. Ένα ανάλαφρο πρωτόλειο, ερωτικής φύσης. Εξ ου και η ευφρόσυνη διάθεση που το διαπερνά, σε αντίθεση με προηγούμενα, τα μελαγχολικά και δακρυσμένα. «Και μείς πουλά! – τι κι  αν δεν είχαμε φτερά;-» θα γράψει στο τελευταίο τετράστιχο, ξεκινώντας τις υπέροχες ποιητικές ακροβασίες του.

Στις 7  Αυγούστου σειρά έχει το ποίημα «Στο έρημο μονοπάτι» (1926) και στις 14 δύο ακόμη ποιήματα («Βασίλεμα», Μονοβάσια, 1926 και «Ω πώς να σε ξεχάσω»- Στο παληό μας σπίτι) προστίθενται στο εκδοτικό ενεργητικό του. Για το τελευταίο υπάρχει υπόμνηση του αρχισυντάκτη ότι θυμίζει το Lacrimae rerumτου Πορφύρα.

«Ω πώς να σε γελάσω! Όλα για σένανε

μες στο φτωχό σπιτάκι μας μιλούνε,

κι’ όλο για σένανε οι άνεμοι τα κύματα

έξω θρηνούνε…»

λέει η πρώτη στροφή και εδώ μάλλον υπάρχει λάθος. Θεωρώ πιθανότερο ο ποιητής να έγραφε «ω πώς να σε ξεχάσω» αντί «γελάσω», αλλά τώρα πια τίποτα δεν μπορεί να αποδειχθεί.

Τα έντυπα της εποχής λιγοστά, οι φερέλπιδες νέοι πολλοί και ο Αποστολίδης προσπαθεί να κρατά ισορροπίες. Ωστόσο, δημοσιεύει πολλά ποιήματα του νεαρού Ρίτσου, διαπιστώνοντας μάλιστα στις 4 Σεπτεμβρίου ότι γίνεται σιγά- σιγά «πιο αισθηματικός και προ πάντων πιο ειλικρινής εις το αίσθημα». «Ένα βράδυ» και «Ένα δάκρυ» είναι η απόδειξη πως η δεξιότητά του αναγνωρίζεται αληθινά. Στις 11 του ίδιου μήνα, μάλιστα, δημοσιεύεται και το ποίημα από το οποίο τιτλοφορήθηκε η μία συλλογή: «Στο παληό μας σπίτι»:

«Μόνος γυρνώ στις άφωτες τις κάμαρες

που τόσα χρόνια απόμεναν κλεισμένες,

…τρίζουν οι πόρτες στο άνοιγμα, στενάζουνε

οι σκεβρωμένες…

 

Ισκιοι θαμποί μεσ’ στους καθρέφτες τους βαθειούς,

ίσκιοι παντού, κι όλα ίσκιοι ξεχασμένοι

σε μια σιωπή βαρειά… σε κάποια θύμησι

-πόσο θλιμμένη!…

 

Στους τοίχους οι κορνίζες σα μαντέματα:

χαμόγελα γλυκά και πονεμένα…

ματάκια… χάδια… αγάπες… και παράπονα…

σα δακρυσμένα…

 

Βουβό το Πιάνο… ω δεν τολμώ τα δάχτυλα

στα πλήχτρα του ν’ αφίσω, να κολλήσω,

ψυχές που αποκοιμήθηκαν στον πόνο τους

μήπως ξυπνήσω…

 

Κι’ οι θύμησες πληθαίνουν κι αχνοανοίγουνε

χειλάκια σε κορνίζες μαραμένα

κι’ όνειρα- στους βαθειούς καθρέφτες- που έσβησαν

χαμογελούνε πικραμένα».

 R-0002.tif

Υποφέρει, μαθητεύει στην αντίδραση διά της τέχνης, αλλά δεν έχει ακόμη παρά ελάχιστες κατακτήσεις. Κι ωστόσο, οι απαρχές του «Νεκρού σπιτιού» ενός πολύ σπουδαίου ποιήματος από τον κύκλο «Τέταρτη Διάσταση» είναι εδώ. Μέχρι να το γράψει όμως, θήτευσε μερόνυχτα στην εκλέπτυνση και στην αφαίρεση:

«Τα μεγάλα έπιπλα τα κλείσαμε στο κάτω πάτωμα,

το ίδιο και τα βαριά χαλιά και τα βελούδινα ή μεταξωτά παραπετάσματα,

τραπεζομάντιλα, κεντητά πετσετάκια, κρύσταλλα, σερβίτσια,

μεγάλους δίσκους ασημένιους που καθρέφτιζαν άλλοτε

ολόκληρο το πλατύ πρόσωπο της φιλοξενίας,

κουβέρτες και μεταξωτά παπλώματα κι ασπρόρουχα,

μάλλινα ρούχα, τσάντες, πανωφόρια,

δικά μας και μαζί των πεθαμένων —όλα ανάκατα—

γάντια, δαντέλες και φτερά στρουθοκαμήλου απ’ τα καπέλα της μητέρας,

το πιάνο, τις κιθάρες, τους αυλούς, τα ταμπούρλα,

και ξύλινα άλογα και κούκλες απ’ τα παιδικά μας χρόνια,

επίσημες στολές του πατέρα και το πρώτο μακρύ παντελόνι του μεγάλου αδελφού μας,

η φιλντισένια κασετίνα με τις ξανθές μπούκλες του μικρού, το χρυσοποίκιλτο μαχαίρι,

κοστούμια ιππασίας και σακίδια και μανδύες — όλα ανάκατα,

χωρίς ναφθαλίνη ή κλωνάκια λεβάντας σε τούλινες θήκες.»

 

Η «έκθεσή» του από τις σελίδες του παραρτήματος της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας δεν σταματά. Στις 25 Σεπτεμβρίου έχουμε την «Ορθρινή γαλήνη», στις 2 Οκτωβρίου την «Πρωτομαγιά» (ακόμα με την έννοια της γιορτής της Φύσης) στις 9 τη «Μοναξιά» και τον «Μαρασμό». Ο Ηρακλής Αποστολίδης επαναλαμβάνει ότι την ποίησή του χαρακτηρίζει η ειλικρίνεια. Δεν το γράφει μόνο για τον ίδιο. Ως εκ της θέσεώς τους, απευθύνεται συχνά στους νεώτατους δημιουργούς εν συνόλω. Στις 23 Οκτωβρίου  ο Αποστολίδης αναλύει τις σκέψεις του περί του τι σημαίνει ειλικρίνεια. Με μια φράση του, «θα πη να γράφης όχι με το στανιό για να γράψης και να δημοσιευθής, αλλά γιατί αισθάνεσαι εκείνο που γράφεις, και νοιώθεις την ανάγκη να το εξωτερικεύσης και να το πης στους άλλους». Στις 6 Νοεμβρίου η συνεργασία του Γιάννη Ρίτσου, που έχει πλέον γίνει τακτική, συνεχίζεται με το ποίημα «Μια αγάπη», στις 13 με τα «Χαμόγελα της Ανοιξης», και στις 20 ο Αποστολίδης γράφει:

«Κ. Ρίτσον. Εξαιρετικώς για σας, επειδή το τραγούδι σας είνε γεμάτο πόνον, ειλικρίνεια  και αίσθημα θα βάλουμε ό,τι μας ζητάτε, διότι συνήθως δεν βάζουμε αφιερώσεις. Όταν πονεί κανείς πραγματικά βγαίνει ποίησι και όχι αερολογήματα και μαγνάδια και ξεσηκώματα στο τζάμι από ξένες ζουγραφιές. Και ένας άλλος από αυτού κάποτε έγραψε με πόνο και ειλικρίνεια∙ ο καημένος ο Ραυτόπουλος που δεν τον λησμονούμε». Εχει πληροφορηθεί από τον ποιητή πως νοσηλεύεται με φυματίωση στη «Σωτηρία» και αναγνωρίζει πως η τέχνη μπορεί να είναι η παραμυθία του. Ετσι, στις 11 Δεκεμβρίου, παρουσιάζεται το πρώτο ποίημα με ένδειξη «Δάκρυα και χαμόγελα», που φέρει τίτλο «Τι αν ξημερώση». Η πρώτη στροφή, ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί ανάμεσα στους νοσηλευόμενους:

«Γέρνει το δείλι… κι είναι φως και ρόδα οι συγνεφιές

πουλιά έχουν κουραστή∙ κι ανθοί ευωδιάση…

και στη βεράντα οι άρρωστες αμίλητες,

-τι αν ξημερώση; τι αν βραδυάση;»

Επιτέλους, η υπογραφή είναι «Ρίτσος» (έτσι, μόνο το επίθετο, αλλά χωρίς αλλοίωση). «Ρίτσος» υπογράφει στην επόμενη δημοσίευση («Σκλάβες ψυχές», στις 15 Ιανουαρίου 1928, με ένδειξη Δάκρυα και χαμόγελα) στο «Δίχως στερνό φιλί» (22 Ιανουαρίου) στο «Πιέτε» (11 Μαρτίου) στο «Σε πίκρανα» (18 Μαρτίου) στους «Στερνούς περίπατους» (25 Μαρτίου) στο «Σαν βραδυάζει» (27 Μαΐου) στην «Τρικυμία» (10 Ιουνίου). Τα περισσότερα φέρουν ένδειξη ότι ανήκουν στη συλλογή «Δάκρυα και χαμόγελα». Στις 8 Ιουλίου, δημοσιεύει δύο ποιήματα με ολόκληρο το όνομά του και αρχικό του πατρωνύμου. Γιάννης Ε(λευθερίου) Ρίτσος. Είναι το «Πάμε μακριά» και το «Πρώτο φιλί». Στις 15, με τη δημοσίευση του ποιήματος «Γιατί τραγουδώ» (σε ελεύθερο στίχο) ξεκαθαρίζει πως εκείνος ήταν ο Ριτ…σος βάζοντάς το σε παρένθεση δίπλα στο όνομά του. Συνεχίζει  σε ελεύθερο στίχο (που στην πραγματικότητα είναι πεζο-ποιήματα). Στις 22 Ιουλίου δημοσιεύεται το ποίημα «Δυο δάκρυα». Το επόμενο όμως, «Γιατί ήσουν τόσο λυπημένη» (29 Ιουλίου) έχει γραφεί και πάλι σε παραδοσιακό. Όπως το «Πάει η Ανοιξη» (12  Αυγούστου- όπως βλέπουμε με την Ανοιξη παρουσιάζει μια μικρή εμμονή. Ασφαλώς πρόκειται για σύμβολο) το «Μια βροχερή βραδυά» (18 Νοεμβρίου) το «Γελούν οι πονεμένοι» (25 Νοεμβρίου) και το τελευταίο, «Πρόσκαιρα γηρατειά» (2 Δεκεμβρίου).

 Εικόνα

Ο Ρίτσος θα παραμείνει νοσηλευόμενος στη «Σωτηρία» μέχρι τον Μάιο του 1930, οπότε και θα φύγει υποχρεωτικά, αν και δεν έχει ιαθεί, καθώς έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπτό όριο παραμονής για τους φτωχούς ασθενείς της Γ’ θέσης. Θεωρώ βέβαιο πως κάποια ή και όλα- ή και περισσότερα- από τα ποιήματα αυτά είδε η Μαρία Πολυδούρη, η οποία νοσηλεύθηκε στη «Σωτηρία» από το 1928 και μέχρι λίγο πριν από τον θάνατό της (Απρίλιος 30) οπότε και είχε μεταφερθεί σε ιδιωτική κλινική. Μαρτυρίες λένε ότι τον παρακολουθούσε να της παίζει πιάνο και ότι του είχε γράψει δύο ποιήματα, ένα με αφιέρωση και ένα χωρίς. Ανεξάρτητα από τη φύση αυτής της τρυφερής σχέσης, την οποία επίσης ουδέποτε θα μάθουμε, η φτασμένη Πολυδούρη προέτρεπε τον νεοσσό να συνεχίσει, διαβεβαιώνοντάς τον πως έχει «δαιμονικό τάλαντο».  Προφανώς, από αυτό το υλικό άντλησε τα συμπεράσματά της. Για τον Ρίτσο η ποιητική, φιλική, «διδασκαλική», ή ό,τι άλλο σχέση ήταν πολύ σημαντική. Πολλά χρόνια μετά, τον Ιανουάριο του 1945, εκείνος εγκαταλείπει την Αθήνα μετά τα Δεκεμβριανά και την ήττα του ΕΛΑΣ έχοντας μαζί του μια επιστολή της και ένα σκίτσο του Τσαρούχη, τα οποία ωστόσο χάθηκαν.

Ο  Γιάννης Ρίτσος έκανε και άλλες σημαντικές γνωριμίες στο νοσοκομείο. Συνάντησε μαρξιστές της εποχής και ήρθε σε επαφή με τους κομμουνιστές χάρη σε ανθρώπους που αγαπούσε και εκτιμούσε, όπως ο Βασίλης Γεράγγελος, ο οποίος εκτελέσθηκε στην κατοχή. Ετσι, και καθώς είχε τον σπόρο της πολιτικοποίησης από την προοδευτική μητέρα του, ήδη από τα παιδικά του χρόνια άρχισε να ενδιαφέρεται για την κοινωνία, να παίρνει πρωτοβουλίες και σιγά σιγά να στρατεύει την ποίησή του στην ευτυχία του Ανθρώπου.

Προφανώς αυτός είναι και ο ένας λόγος που τα πρωτόλεια των δύο πρώτων συγκροτημένων συλλογών του δεν ξαναδουλεύτηκαν ποτέ. Αλλαγή κλίματος, πρόοδος στα εκφραστικά του μέσα, σοβαρά στοιχήματα με τον εαυτό του και την τέχνη του, οδήγησαν στο να πάψει να ενδιαφέρεται ο ποιητής.

Θυμίζω απλώς ότι ο Μαγιακόφσκι όταν συνελήφθη σε ανάλογη ηλικία για επαναστατική συμπεριφορά, είχε μαζί του ένα τετράδιο με νεανικά του ποιήματα. Του το βρήκαν στον έλεγχο και το κατέσχεσαν όταν αποφυλακίστηκε. «Ευτυχώς που μου το πήραν. Μπορεί και να τα δημοσίευα!» έγραφε αργότερα. Ευτυχώς; Δυστυχώς; Ποιος ξέρει;

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από εκτεταμένη μελέτη που συγγράφω με τίτλο “Ο νεαρός κύριος Γιάννης Ρίτσος”. Δεν θα μπορούσε να γραφεί χωρίς τη “Βιβλιογραφία” της Αικατερίνης Μακρυνικόλα (όπως πάντοτε, χρεώστης σου Νινέττα) και χωρίς τη συμβολή του φίλου μου Νίκου Γκιουζέλη που σε ανύποπτο χρόνο μου είχε εγχειρίσει φωτοτυπίες των δημοσιευμάτων.

Εικόνα

Advertisements
Comments
  1. MARINA says:

    ΑΞΙΑ ΚΟΡΗ ΑΞΙΟΥ ΠΑΤΡΟς…………..

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s